Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008

νερομπογιές πλανεύτρες






Γεμάτο ζωγραφιές το παράθυρο της ανάγκης
μα το φόντο, σκονισμένο από χρόνου χέρια.

Θάμπωσε η ερημιά το τοπίο των ματιών!

Θυμωμένη ζήτησα αθάνατο νερό
που εξιλεώνει νερομπογιές πλανεύτρες
από βρόχινη σκόνη.
Ανακατεμένα χρώματα δακρύζουν το τζάμι
με σκούρες κηλίδες ανυπαρξίας τώρα πια.
Αφουγκράζομαι το σιωπηλό μουρμουρητό
της βαμμένης κατηφόρας,
σαν οι μπογιές κατρακυλούν στον τοίχο
της ξεγραμμένης αλήθειας.

Ξέρεις τι νοστάλγησα;

Τα φυσικά γέλια των μολυβιών
που ξέρουν στα χείλη να σκιτσάρουν
ένα ταξίδι στου παραμυθιού το νεύμα.

Πόσο ανοιχτός είναι ένας μύθος, στο αέναο της ψυχής!


*

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2008

της νύχτας ο ίλιγγος



Φίλη μου,
η παραλία αυτή που μέτρησε τη ψυχή μου
στερέωσε την άμμο της στις φλέβες του κύματος
και ένα κομμάτι δειλινού το ζύμωσε στη σιωπή σου.

Η ορατότητά μου σήμερα,
περιορίστηκε στην τελευταία μνήμη της μέρας,
που την υποδέχτηκε ένα φεγγάρι πεινασμένο,
ολάκερο, ανιχνεύοντας συνωμοσίες με τραγούδια
από στήθη που βυζαίνουν αγάπη.

Στο μπαράκι του Φαλήρου,
σερβίρουν κρασί με άρωμα φτασμένης επιθυμίας.
Και εσύ ξέρεις πώς να λιγώνεις στιγμές.
Μ’ άφησες να χορεύω στους ώμους σου
με τα βελούδινα πέλματα των δακρύων μου.

Αν σε ρωτήσουν
γιατί οι κεραυνοί μου συντροφεύουν την ανάσα μου,
να τους πεις πως, στο υψόμετρο του πυρετού μου
το κέρασμά σου ήταν αντίλαλος της γενναιοδωρίας σου.
Η μεθυσμένη ανάγκη μου σε έχρισε εξομολόγο
των νεκρών μου.

Η νύχτα αφήνει ιλίγγους στο άστρωτο κρεβάτι της ακτής,
όπου αστέρια με μαργαριτάρια για ποτήρι
και γιόμα από οίνο λυτρωτικό,
ζαλίζουν ποσειδώνια απαλλαγμένα από καρπούς
ψεύτικων κοσμημάτων.

Φίλη μου,
το φίλτρο του ξημερώματος
εξιλεώνει βυθούς,
περπατώντας
στα χείλη του ήλιου.
-αφιερωμένο στη t ballete-

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2008

νυχτερινός περίπατος


Νυχτερινός περίπατος τα λόγια σου
Που εκβάλλουν ώρες στο μονοπάτι με τα βότσαλα.

Εκείνο το πεφταστέρι, χθες βράδυ στης μέθης το κύμα,
Δίχτυ ελπίδας στις νωχελικές αγκαλιές του αέρα.

είπα να ξεντύσω την παγωνιά με το αστρικό φως
Μιας ευχής,
Σαν στροβιλίζεσαι γύρω από την ψυχή μου.

Μα ο μπάτης παιχνίδι έστησε στην αδέσποτη μοναξιά.
Κρυφτό με τις φυλλωσιές της σιγής.

Ετούτοι οι βράχοι, αγάλματα σμιλευμένα με αφρό
Που κυβερνά παθιασμένα πλοία στην ξέρα.

Πίνω τα αμυδρά χνάρια σου σ’ ένα ποτήρι βότκα.
Γλυκόξινη παρουσία ανύπαρκτων αποσιωπητικών.

Δίχως σημεία στίξης η γραφή σου
Φωσφορίζει τον μοναδικό επιβάτη της σελίδας μου.

Λαξεύω τη ζάλη με δίκοπη πένα
Χαράζοντας αγγελία του «θα» σου.

Το μήνυμα ελήφθη
Μα ο παραλήπτης λησμόνησε τις λέξεις να κυλά.

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2008

ο καρπός της μοναξιάς



Έχω ένα θάνατο κρυμμένο στο μανίκι μου
όπου οι αδυναμίες του χλευάζουν
τη μία στιγμή που όλοι θε να ζήσουν.

Λησμόνησα απόψε
πως οι φλέβες μου κυοφορούν απομεινάρια
της δίνης σου.

Πόσο θλίβομαι σαν οι καταδίκες μου
εξιλαστήριο θύμα είναι!
Σήμερα έχει σειρά η κόψη του ξυραφιού
πάνω στα αλύτρωτα όνειρα των μαρτύρων
μιας παραίτησης ανόθευτης.

Τρέχει η δίψα της ευθύνης
στα ίχνη των άμοιρων δακρύων.
Σμιλεύω τις ενοχές της σιωπής
και διαπραγματεύομαι το ντροπιασμένο βλέμμα
χωρίς απολαβές.

«υπάρχει συμπόνια;» ρώτησες.

Υποπτεύομαι πως τέτοια βήματα σβήνουν
στα απρόσιτα βράδια των μελλούμενων.

«υπάρχει λύτρωση» μονολόγησες!

Και αύριο,
όσο επώδυνα είναι τα αφαιρετικά μονοπάτια
στους ίδιους πειρασμούς θα ενδώσεις!

Στης κορυφής τις διαστάσεις!
Εκεί θα μάθω πόσο ώριμος
είναι o καρπός της μοναξιάς!