Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2008

45...



Δεν είναι που σήμερα βρέχονται τα υπάρχοντά μου.
Δεν είναι που καταλαγιάζω την τρέλα μου στα πεσμένα φύλλα.
Δεν είναι που μαζεύω τη νικοτίνη και κιτρινίζουν τα χέρια μου.
Είναι αυτό το υγρό απομεσήμερο, που νοτίζει ό,τι στους ώμους μου βαστώ.
Εκείνο το ιδιότροπο μετά μεσημβρίας, που γκρινιάζει ασταμάτητα φτύνοντας τους τοίχους.
Τα μάτια μου, φτιάχνουν περίγραμμα σε ένα όνειρο καθρέπτη, που στέκει απέναντί μου να μου θυμίζει τι ήθελα και τι έκανα.

«Αλίμονο αν στα όνειρα παρακαταθήκη κάνουμε».

Ξέρεις,
Κάθε φορά που μετρώ τις 45 μου ουλές, σταυρώνω και μια ελπίδα.
Φοβάμαι εαυτέ μου,
πως κι εκείνη την τρόμαξα σαν αντικατοπτρίζω το άλλοθί μου.

«Χωράω άραγε σε κάποια επιθυμία ενός άγνωστου ήλιου;»

Ρώτησα μια μάγισσα, ποιο φίδι κουλουριάζει τον έρωτά μου.
Μα τι ρωτώ;
Πάντα μου έδειχνες τις ξόβεργες τις αποτυχίας, μα εγώ τυφλή με μάτια ανοιχτά σε λαβώνω.
Είναι φορές που στέκομαι αντίκρυ σου και σμιλεύω αγάλματα αισθήματα.
Και τότε εσύ, κεραυνός στα σωθικά μου, καις ανισορροπία.

«Πως είναι δυνατόν», μου λες, «ξόανο να κάνεις την ψυχή σου!»

*Είναι που κάθε χρόνο μετρώ τα όνειρα και μου μιλώ!*

*Είναι που τρέχω στο 45ο χιλιόμετρο της απουσίας μου!*

*Είναι που ξέρω πως είμαι εδώ…*

ΣΤΡΕΦΩ ΤΟ ΧΑΟΣ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΧΕΙ ΧΩΡΟ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΟΥ

Υ. Γ.
«Αν λυγίζω, συγχωρήστε με, μα έχω δικαίωμα στην αδυναμία!»

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2008

πέντε λεπτά...


Εδώ,
σε τούτη τη βεράντα
στης θλίψης τα τετραγωνικά
λευτέρωσα τη ματιά μου
πάνω σε κορφή αόρατου φεγγαριού.

Εδώ,
σε τούτο το ποτήρι
κρύσταλλο των χειλιών μου
μέθυσα μοσχοφίλερο όνειρο
στο ταξίδι ενός αντίου.

Και έχει Θεέ μου μια παγωνιά, ας είναι καλοκαίρι.

Ζάλη φαρμακερού προορισμού
κάθε γουλιά της δίψας.
Αναθυμιάσεις ερώτων αρωμάτων
περιπλανιόνται στις στιγμές.

«Θέλω κάτι να σε θυμάμαι», σου είπα,
«φυλαχτό στις λυγισμένες αντοχές»

Δεν απαντούν οι χάρτινες σιωπές,
φτιάχνουν μόνο καράβια αταξίδευτα.


Μα άθελά σου με φυλάκισες σε αξεδιάλυτο απέραντο
φορώντας μου πέντε λεπτά…

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2008

βρεγμένη μοναξιά


Βράδιασε γρήγορα απόψε
άνοιξε το τζάμι
να μπει εκείνη η υγρή φορεσιά
που δροσίζει τον άνεμο
μιας ατέρμονης μοναξιάς

Μη ρωτάς
γιατί στάλες γεμίζουν οι τοίχοι
είναι το χνώτο σιωπής που πονά

Μη ζητάς
τις σκιές να μαζέψουν το δάκρυ
είναι υφάντρες που ράβουν ξεχασμένα φιλιά

Όταν πέφτει η βροχή
ονειροπόλος τη γνέθει
σε αυλάκια κρυφά