Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2008

λόγος - αντίλογος


Είσαι ακόμη εκεί,
Μόνιμος κάτοικος σ’ ένα παλιό πλατάνι
Στη σκιά κάποιου φύλλου λαβωμένου.
Είσαι αήττητος, έτσι μου είπες,
Και το κορμί σου γέμισε
από σπόρους προδομένους.
Τούτος ο κόκκινος ίσκιος,
Που θαρρείς ότι σου χαρίζει
Τη δροσιά του,
Από το βάρος σου μάτωσε.
Είσαι πάντα εκεί,
Σ’ ένα κλαρί που οι χυμοί του
Μουδιάζουν από της υποκρισίας
Το βάσταγμα.
«ΕΓΩ» είμαι,
Έτσι του ψιθύρισες
Και λύγισε από του εγωισμού σου
Τα χέρια.
Τούτο το άμοιρο κλωνάρι,
Απ’ τον ναρκισσισμό σου
Τρέφεται και μαραζώνει.


Γωγώ Πακτίτη


*
να μπορούσα τ'όνομά σου ,
έστω και για μια φορά,
γράμμα να αναγνώσω
στις άκρες του κορμιού μου
δίχως τα δάχτυλα να ματώσουν

Ω! πόσο ευχήθηκα
να σπάσω το καθρέφτη
που ανάποδα
τα σύμφωνα σου έδειχνε,
και τα φωνήεντα σταύρωνε
στα μάτια μου με τρόμο

πόσο θα’ θελα
ανώνυμος πάλι να γινόσουν
στα δαγκωμένα χείλη.
Με τρομάζεις, μάτια μου,
που ξάφνου πρόσωπο απέκτησες.


Μαρία Ροδοπούλου