Σάββατο, 10 Μαΐου 2008

γράμμα σε σένα φίλη μου...

Αυτό είναι το μεγαλείο της φύσης. Είναι υπεράνω όλων! Δεν μαρτυρά αγάπες κρυφές και ξέρει με τη σιωπή της να δυναμώνει το τραγούδι του ψίθυρου. Δεν κάνει διακρίσεις! Αγκαλιάζει ότι οι άλλοι νομίζουν «ασχήμια», και με χάρη ανεξάρτητης μπαλαρίνας, χορεύει στο κορμί της ελευθερίας. Δεν είναι τυχαίο, που όταν εμείς οι ίδιοι εξοστρακίζουμε την ψυχή μας, καταφύγιο σε κάποια φυλλωσιά της αγάπης της, αποζητούμε! Είναι που ξέρει να αφουγκράζεται τις κακότεχνες φωνές και να τις κάνει ρυάκι στη μουσική των αγγέλων!

Ξέρεις αγαπημένη φίλη μου, δεν είναι η μοναξιά που βουβαίνει την ανάσα μου, ούτε η σιγαλή όχθη της αναμονής. Είναι κάποιες στιγμές που εκείνα τα «χ» που έβαλα αυθαίρετα, με κυνηγούν ανελέητα. Κι εγώ, με σταγόνες αντοχής, κάτι σαν αντιβίωση, προσπαθώ να τα γιάνω. Ότι αυθαίρετο, πάντα κάποιος το γκρεμίζει… ακόμη και η καρδιά μας, που δεν σταματά να τριγυρίζει σε μονοπάτια γνωστά – άγνωστα…εκεί ανεμοδέρνομαι, σε ένα σταυροδρόμι ξεχασμένο, που φρόντισε η προδομένη θλίψη μου να ξαναθυμηθεί…

« Μου γράφεις, ότι είναι δύσκολο να ξεφύγεις από αγάπες λαβωμένες και πως ο χειρότερος εχθρός τους είναι η ανάμνηση.
Να πάψω να κλαίω και να βουτήξω το αρμυρό ύδωρ στη λησμονιά ενός ποτηριού με ούζο γιομάτο. Όχι για να μεθύσω το μυαλό, αλλά τα κύματα που τρεμουλιάζουν τα όνειρα να ξορκίσω.»


Ήμουν ένα μικρό βότσαλο σε κάποια αφηρημένη αμμουδιά
Όταν τον γνώρισα, που προσδοκούσε πότε το κύμα,
πότε τα χνάρια κάποιας δόνησης πάνω στη αρμύρα μου,
ζωγραφίζοντας απαγορευτικούς κώδικες σε καμένες αναμνήσεις.
Αλυσόδενα την θλίψη μου, πριν τον αγαπήσω,
φτιάχνοντας άμυνες σιωπής με μόνη συντροφιά
ένα κεραυνό νου, που θέριευε στο καταφύγιο της μοναξιάς.
Έφτιαχνα λίμνες απάνεμες, πριν του παραδοθώ,
να μη σαλεύει τ’ όνειρο και άμμος γίνει στην ταραχή του ίσκιου.
Σαν η βροχή συνύφαινε με τη θάλασσα,
κύρτωνα αγάπες για να ζεστάνουν την στρογγυλότητα των δακρύων,
πριν τον λατρέψω.

Κι εκεί, που κόπαζα τους φόβους μου, δεν ξαναγυρνώ πια!
Τούτα τα ερείπια δεν μου μοιάζουν…
Ανήλιαγα συντρίμμια ας μείνουν, στον καιρό της γύμνιας…


Ναι φίλη μου καλή, δεν ξαναγυρνώ, μα τούτη η τρανή αγάπη, που μόνο εγώ
ανάπνευσα καλπάζοντας στο πάθος, είναι στάχυ άκοπο, που ο σπόρους του,
το δικό μου χέρι θέλει μόνο να καρπίσει…

κι εγώ τι έκανα…
φοβήθηκα τον κάμπο, μη με λυγίσει ο άνεμος μιας μαρτυρίας διχασμένης…
δραπέτευσα από μένα, στο όνομα ενός αναμασημένου πόνου…
ο φόβος… για να’ χω ένα άλλοθι…