Πέμπτη, 1 Μαΐου 2008

ήταν χθες...σαν σήμερα...


Θυμάσαι στην Άνδρο;
Χθες στον ύπνο μου, περπάτησα στα μονοπάτια της.
Δεν ήσουν δίπλα μου, μα άκουγα τη φωνή σου.
Ανάσαινα την ανάσα σου, ρουφούσα το άρωμά σου.
Ο ήλιος έκαιγε και χοντρές στάλες από ιδρώτα συνόδευαν την αγωνία μου.
Σ’ έψαχνα, μα δε σε βρήκα!
Στη θέση της σκιάς μου η δική σου φιγούρα ζωγραφίστηκε.
Αόρατο χέρι έσφιξε την ψυχή μου, σα να ήθελε να μου την πάρει!
Μάταια σ’ αναζητούσα, μάταια τα δάκρυα της προσμονής.
Εκεί, δίπλα στο μνημείο του αφανή Ναύτη,
κουλουριάστηκα αποζητώντας την αλήθεια!
Αντάρα σκέπασε τον ουρανό κι έσκισε τα σωθικά του.
Κύματα θεριά θέλησαν να με παρασύρουν…
Γραπώθηκα απ’ το άγαλμα και μια ανεξήγητη
δύναμη με κόλλησε πάνω του.
Ναυαγός της σιωπής και των ανομολόγητων
πόθων μου, η σκέψη μονολογούσε:
«άγαλμα είναι, ψυχρό και απροσπέλαστο.
άσε τα χέρια σου λυτά να σε παρασύρει η ζωή»
άλικο φως με έλουσε, δύναμη πολεμιστή με κυριάρχησε.
Αφήνω τους κόμπους των δακτύλων μου ελεύθερους.
Λύτρωση, φώναζα και ο αέρας ανακάτεψε τους ήχους μου.
Έπαψα να πονάω, έπαψα να νιώθω την παγωνιά.
Έμεινα βουβή καθισμένη στο παγκάκι, με βλέμμα καρφωμένο στο άγαλμα.
Η θάλασσα μεθυσμένη άστραφτε στους κύκλους της απορίας μου.
Το πρόσωπο του ναύτη, το δικό σου πρόσωπο.
Αγέρωχο, αήττητο, αμίλητο…

Πώς να γεφυρώσω την απόσταση…
Ποιο πέτρινο γιοφύρι να περπατήσω…
Ποιο φόβο να διώξω να σε βρω…
Το κάστρο έρημο με θωρούσε.
«αγάπησες ένα άγαλμα», μου ψιθύρισε κι έγειρε στη μοναξιά του.

Συνέχισε το όνειρο στο μαγαζί με δώρα.
Η αγαλμάτινη μορφή σου με ακολουθούσε.
Πολύχρωμα μπιμπελό στολίζουν τη βιτρίνα του.
Και ήθελες να μου τα πάρεις όλα…
Μα ποιο βάζο και ποια κούπα αναζητά η ψυχή!
Κανένα καλούδι δεν ταιριάζει με την αγάπη!
Κανένα χάδι δεν σπάει από το κρύο και τη ζέστη!
Κανένα φιλί δεν ραγίζει στο χρόνο!
Κανένα χαμόγελο δε το σκονίζει ο καιρός!

Βγήκα στον βρεγμένο λιθόστρωτο δρόμο.
Στη θέση της αντάρας, μια γλυκιά βροχή σιγοτραγουδούσε.
Κάπου μακριά, μια μουσική, ένα παράπονο, ένας πόνος,
αναδυόταν από τις νότες ενός βιολιού.
Και η βροχή συνέχισε να μουρμουρίζει σκοπούς.
Μου έπιασες το χέρι κι ευχήθηκα να ήσουν αληθινός!
Μου φίλησες τα χείλη και παρακάλεσα να υπάρχεις!
Με λόγια τρυφερά με έρανες, μα δεν μπορούσε
να τα ακούσει το αηδόνι.
Ο αγγελιοφόρος της ψυχής, δεν φτερούγισε ανάμεσά μας.
Τα μάτια μου δυο θάλασσες δακρύων, κυλούσαν
αυλακώνοντας την καρδιά μου.
«μια άλλη σκέψη, πιο δυνατή σε μαστίγωνε,
ένας άλλος έρωτας, πιο σκληρός σε κυριαρχούσε»

…και έμεινα να κοιτώ τα καράβια να φεύγουν…
Σταμάτησε ο χρόνος, εκεί, στην Άνδρο,
πάνω στα απομεινάρια του κάστρου.
Σε τοίχους παλιούς που δεν τους φοβίζει το σκοτάδι,
δεν τους λυγίζει η αρμύρα!

Ξύπνησα με τον ήχο της φωνής σου ν’ απομακρύνεται,
με τη γεύση του κορμιού σου να εξατμίζεται!
Προσπάθησα να σε κρατήσω μα δεν με άφησες!
«δεν φτάνει να σ’ αγαπώ μόνο εγώ…»