Κυριακή, 30 Μαρτίου 2008

ο Θεός, μια ομπρέλα και ένα φρέσκο κρεμμύδι "2"




Και επειδή η θάλασσα
Καταπίνει τους ανόρεκτους εραστές
Αφήνοντας ένα μαύρο ρούχο στην επιφάνεια
Έστησα φάρο σε κάποιο κουμπί,
Που επέπλεε καταδικασμένο να συντρίβεται
Σε ονειρόβραχους καρχαρίες,
Να βλέπει ο Θεός και να γεμίζει τους νερόλακκους
Με θαύματα.
Δεν με πειράζει που τα νύχια μου γδέρνω
Στην προσευχή,
Μα εκείνη την ομπρέλα σκιάζομαι
Μη ξαφνικά ανοίξει και με παρασύρει.
Δεν λυγίζω στην προσφορά των δακρύων,
τον κλέφτη των ματιών μου, φοβάμαι.
Καρφώνω στην πέτρα της αναζήτησης
Το φρέσκο κρεμμύδι. Δεν το χρειάζομαι.
«θα μείνεις εδώ;» με ρωτά έκπληκτος.
«εδώ, όπου η λύπη μου ξεχύνεται στην απελπισία σου».
Και κρύβω την αύρα του στα κοχύλια.


Είναι και αυτή η πίστη μου, που τρομάζει το Θεό…


*